2009-08-27 Απαλλοτρίωσαν Γη πριν 19 χρόνια και Κτίζουν Τώρα.
Λανθασμένη η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, ότι μία επίταξη μπορεί να χρησιμοποιείται για άλλο σκοπό από τον αρχικό. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία χρόνια. Τη μία απαλλοτρίωση μετά την άλλη ακυρώνει το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έργα του δημοσίου που προγραμματίζονται δεν γίνονται ποτέ, ή περνούν δεκαετίες για να γίνουν.
Στην προκειμένη περίπτωση ακυρώθηκε η επίταξη τεμαχίου γης για την ανέγερση των νέων γραφείων του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως στην ενορία Αγίου Ανδρέα στη Λευκωσία, των οποίων άρχισαν ήδη οι εργασίες, αφού η απαλλοτρίωση δημοσιεύθηκε το 1990 και τα γραφεία άρχισαν να ανεγείρονται 19 χρόνια μετά! Το Ανώτατο έκρινε λανθασμένη και τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, ότι όταν εκλείψει το αντικείμενο μίας επίταξης, δεν υπάρχει νομικό κώλυμα να επιτάξει το κράτος το ίδιο τεμάχιο γης, για άλλο όμως σκοπό. Το δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι μία επίταξη δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία χρόνια σε οποιαδήποτε περίπτωση.
Αντικείμενο της απόφασης αποτέλεσε η προσφυγή της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου με αρ. 255, ενός δηλαδή από τα τεμάχια που απαλλοτριώθηκαν τον Απρίλιο του 1990, την επιστροφή του οποίου ζήτησε και παλαιότερα. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν στο δικαστήριο, ο αρχικός σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν η ανέγερση των γραφείων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας και του Επαρχιακού Γεωργικού Γραφείου Λευκωσίας, το έργο όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ αφού η Βουλή αρνήθηκε να ψηφίσει το σχετικό κονδύλι.
Δεκατρία χρόνια μετά και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2003, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να παραχωρήσει την απαλλοτριωθείσα γη στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως. Όμως το τεμάχιο 255 της αιτήτριας είχε επιταχθεί στο παρελθόν από το υπουργείο Παιδείας για την προσωρινή στέγαση του Μουσείου Αγώνος και προκειμένου να ξεκαθαριστεί εάν εξαιτίας αυτού θα προέκυπτε νομικό κώλυμα, το υπουργείο Οικονομικών ζήτησε γνωμάτευση από το Γενικό Εισαγγελέα. Ο τελευταίος απάντησε αρνητικά, αναφέροντας πως αφού ο σκοπός της επίταξης ήταν άλλος από τον αρχικό, δεν υπήρχε νομικό κώλυμα για δημοσίευση νέας επίταξης.
Η αιτήτρια με την προσφυγή της υποστήριζε ότι η επίταξη πέραν των ετών που επιτρέπει το Σύνταγμα είναι παράνομη, θέση με την οποία συμφώνησε το Ανώτατο Δικαστήριο. Έκρινε συγκεκριμένα ότι η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν λανθασμένη, αφού «η αλλαγή του σκοπού μιας επίταξης δεν μπορεί να παρακάμψει τη σαφή συνταγματική πρόνοια ότι η επίταξη ενός τεμαχίου γης επιτρέπεται για τρία μόνο έτη. Διαφορετικά η Δημοκρατία, επισημαίνεται στην απόφαση, θα μπορούσε να επιτάσσει επ’ αόριστον μια ιδιοκτησία, αν κάθε τρία χρόνια το έπραττε για διαφορετικό σκοπό».
Σόφη Ορφανίδου, "ΠΟΛΙΤΗΣ", 2009-08-27 |